Υπόθεση Σάκκο και Βαντσέττι (Sacco & Vanzetti)

Η πραγματική πρόοδος είναι ένας αγώνας ενάντια στην κοινωνική μας ύπαρξη, ενάντια στην βαρβαρότητα των κυρίαρχων αντιλήψεων. Με άλλα λόγια, η πρόοδος είναι ένας πνευματικός αγώνας, ένας αγώνας για την απελευθέρωση του ανθρώπου από την κτηνώδη κληρονομιά του. Να σπάσουμε τα δεσμά της άγνοιας και της δεισιδαιμονίας, να διώξουμε το σκοτάδι από το μυαλό μας και τον φόβο από την καρδιά μας, να υψώσουμε το ανθρώπινο και πλήρες ανάστημά μας – αυτή είναι η αποστολή της προόδου.
Οι ήρωες δεν είναι οι Ναπολέοντες και οι Μεγαλέξανδροι, ούτε οι στρατηγοί και οι πολιτικοί. Ο δρόμος είναι σπαρμένος με τους άσημους τάφους του κάθε Σάκκο και του κάθε Βαντσέττι και φέρουν ανάγλυφα αποτυπωμένα επάνω τους τα βασανιστήρια, τις κρεμάλες και τις ηλεκτρικές καρέκλες.





Το απόγευμα της 15ης Απριλίου 1920, ένας ταμίας και ένας φρουρός μετέφεραν ένα χρηματοκιβώτιο με $15.776 που προορίζονταν για τη μισθοδοσία των υπαλλήλων ενός εργοστασίου υποδημάτων, στο Νότιο Μπρέην Τρι της Μασσαχουσέτης, μια μικρή βιομηχανική περιοχή νότια της Βοστώνης. Δύο άνδρες που κρύβονταν πίσω από φράχτη, έβγαλαν τα όπλα τους και τους πυροβόλησαν, τραυματίζοντάς τους θανάσιμα. Οι ληστές άρπαξαν το χρηματοκιβώτιο και επιβιβάστηκαν σε σταθμευμένο αυτοκίνητο. Η συμμορία των ληστών, που αριθμούσε τέσσερα ή πέντε άτομα, ανέπτυξε ταχύτητα ξεφεύγοντας από τους διώκτες της. Στην αρχή, αυτό το γεγονός, που ήταν συχνό φαινόμενο στην μεταπολεμική Αμερική, προκάλεσε μόνο το τοπικό ενδιαφέρον.

Τρεις εβδομάδες μετά, στις 5 Μαΐου 1920, δύο Ιταλοί, ο Νικόλα Σάκκο και ο Μπαρτολομέο Βαντσέττι, έπεσαν σε μπλόκο της αστυνομίας που είχε στηθεί για τη σύλληψη ενός υπόπτου για το εν λόγω έγκλημα. Αν και αρχικά δεν θεωρήθηκαν ύποπτοι, έφεραν και οι δύο επάνω τους όπλα και όταν ρωτήθηκαν από τους αστυνομικούς, το απέκρυψαν. Αυτό είχε σαν συνέπεια να κρατηθούν και στη συνέχεια να κατηγορηθούν για το έγκλημα στο Νότιο Μπρέην Τρι. Ο Βαντσέττι κατηγορήθηκε επίσης και για μια απόπειρα ληστείας που είχε γίνει στις 24 Δεκεμβρίου 1919, στην περιοχή του Μπριτζγουώτερ. Αυτά τα γεγονότα ήρθαν να σηματοδοτήσουν την έναρξη της πιο περιβόητης πολιτικής δίκης του 20ού αιώνα στην Αμερική. Ενάντια στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων της Μασσαχουσέτης, ο Βαντσέττι δικάστηκε πρώτος το καλοκαίρι του 1920, για την ήσσονος σημασίας κατηγορία, αυτή της απόπειρας ληστείας στο Μπριτζγουώτερ. Παρά το γερό του άλλοθι, που επιβεβαιώθηκε από αρκετούς μάρτυρες, ο Βαντσέττι κρίθηκε ένοχος. Οι περισσότεροι από τους μάρτυρες ήταν Ιταλοί, τα αγγλικά των οποίων ήταν φτωχά και οι καταθέσεις τους οι οποίες δόθηκαν μεταφρασμένες, δεν κατάφεραν να πείσουν τους ενόρκους. Ο Βαντσέττι πρόσθεσε άλλο ένα πλήγμα στην υπόθεσή του όταν αρνήθηκε να υπερασπιστεί τον εαυτό του φοβούμενος να αποκαλύψει την αντιεξουσιαστική του δράση. Για εκείνη την αναίμακτη απόπειρα ληστείας, ο Βαντσέττι καταδικάστηκε σε εικοσαετή φυλάκιση, μια ποινή πολύ αυστηρότερη από άλλες παρόμοιων υποθέσεων. Οι δύο κατηγορούμενοι και οι υπερασπιστές τους, το εξέλαβαν ως εχθρική μεροληψία εκ μέρους των αρχών, φύσει και θέσει πολιτική, κάνοντας επιτακτική την ανάγκη για αλλαγή πλεύσης στην υπερασπιστική τους τακτική στην επερχόμενη δίκη του Μπρέην Τρι.

Ο οργανωμένος αναρχικός και εκδότης Κάρλο Τρέσκα, συνέστησε στους δύο κατηγορούμενους να αναλάβει την υπεράσπισή τους ο γνωστός -ελευθεριακών πεποιθήσεων- δικηγόρος Φρεντ Μουρ, ο οποίος είχε κατά το παρελθόν αναλάβει την υπεράσπιση πολλών εργατών, μία εξ' αυτών (στην οποία όφειλε και την απήχηση που είχε το όνομά του) ήταν η υπόθεση Έττορ – Τζιοβανίττι με την θριαμβευτική τους αθώωση. Μια υπόθεση η οποία προέκυψε από την απεργία εργατών κλωστοϋφαντουργίας το 1912 στο Λώρενς της Μασσαχουσέτης.


Οι συλλήψεις των Σάκκο και Βαντσέττι, συνέπεσαν με την περίοδο της πιο έντονης πολιτικής καταστολής στην αμερικάνικη ιστορία, την περίοδο του “Κόκκινου Δέους” τού 1919 – 1920. Η παγίδα της αστυνομίας στην οποία έπεσαν, είχε στηθεί για κάποιον σύντροφό τους ο οποίος ήταν εξ' ορισμού ύποπτος, μιας και ήταν αλλοδαπός και αναρχικός. Αν και ούτε ο Σάκκο ούτε ο Βαντσέττι είχαν φάκελο στην αστυνομία, οι αρχές τούς είχαν από καιρό καταγράψει ως δραστήριους αναρχικούς, με συμμετοχές σε απεργίες, έντονη δράση σε πολιτικές ταραχές, στην αντιπολεμική προπαγάνδα και με πολλές συγκρούσεις με τον νόμο. Ήταν επίσης γνωστοί στις αρχές ως ταγμένοι υποστηρικτές της ιταλόφωνης αναρχικής -και με πολύ μεγάλη επιρροή- εφημερίδας “Cronaca Sovversiva” που εξέδιδε ο Λουίτζι Γκαλεάννι. Η εφημερίδα αυτή, εξαιτίας της ασυμβίβαστα αντιπολεμικής της στάσης, αναγκάστηκε να αναστείλει την έκδοσή της αμέσως μετά την εμπλοκή της αμερικάνικης κυβέρνησης στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο το 1917. Οι εκδότες της συλλήφθηκαν και φυλακίστηκαν μέχρι τη λήξη του πολέμου το 1919 όπου και αναχώρησαν για την Ιταλία.

Το βράδι της σύλληψης των Σάκκο και Βαντσέττι, βρέθηκε στην τσέπη του Βαντσέττι ένα πακέτο με φυλλάδια που αφορούσε συνάντηση αναρχικών με κύριο ομιλητή τον ίδιο. Σε μια τεταμένη ατμόσφαιρα, όταν στην αρχή ρωτήθηκαν από την αστυνομία, όχι για το συγκεκριμένο έγκλημα στο Μπρέην Τρι αλλά γενικά για την επαναστατική τους δράση, οι δύο κατηγορούμενοι αρνήθηκαν ψευδώς πως είχαν οποιαδήποτε σχέση με τέτοιου είδους δράση.
Τα ψεύδη αυτά τα εξέλαβαν οι αρχές ως “ένοχη συνείδηση”, κάτι το οποίο έγινε το κεντρικό ζήτημα της υπόθεσης: Τα ψεύδη των δύο κατηγορούμενων σήμαιναν και την ανάμειξή τους στην εγκληματική ενέργεια του Μπρέην Τρι όπως ισχυρίζονταν οι αρχές, ή μήπως σήμαιναν μια προσπάθεια -κατανοητή- να αποκρύψουν την αντιεξουσιαστική τους δράση και να προστατέψουν τους συντρόφους τους σε μια περίοδο εθνικής υστερίας κατά των αλλοδαπών ριζοσπαστών, όπως ισχυρίζονταν οι υποστηρικτές τους;


Ο νέος τους δικηγόρος, ο Μουρ, αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν πλέον δυνατόν να τους υπερασπιστεί μόνο για τις κατηγορίες του φόνου και της ληστείας. Αντί γι' αυτό, θα έπρεπε οι κατηγορούμενοι να παραδεχτούν με ειλικρίνια την αναρχική τους ιδεολογία, να καταστήσουν σαφές ότι η σύλληψη και δίωξή τους οφείλεται στο γεγονός ότι είναι αναρχικοί και να αμφισβητήσουν την επιμονή της κατηγορούσας αρχής ότι μη πολιτικές αποδείξεις εμπλέκουν τους κατηγορούμενους σε εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου. Ο Μουρ θα επιχειρούσε να αποκαλύψει τα κρυφά κίνητρα της κατηγορούσας αρχής: την επιθυμία της να βοηθήσει την ομοσπονδιακή και την στρατιωτική αρχή στην καταστολή του ιταλικού αναρχικού κινήματος, στο οποίο ανήκαν οι Σάκκο και Βαντσέττι.

Ο Μουρ κατάφερε να επεκτείνει την απήχηση της υπόθεσης αυτής σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Οργάνωσε δημόσιες συγκεντρώσεις, ζήτησε την στήριξη των συνδικάτων, ήρθε σε επαφή με διεθνείς οργανισμούς, ξεκίνησε νέες έρευνες και διένειμε δεκάδες χιλιάδες φυλλάδια στις Η.Π.Α. αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο. Κάλεσε ακόμη και την ιταλική κυβέρνηση να πάρει θέση μιας και οι κατηγορούμενοι ήταν Ιταλοί πολίτες.

Μετά από μια δίκη που διάρκεσε έξι εβδομάδες και δόθηκαν σκληρές μάχες, οι ένορκοι έκριναν τους Σάκκο και Βαντσέττι ένοχους για ληστεία και φόνο στις 14 Ιουλίου 1921. Όμως, αυτή η ετυμηγορία σηματοδότησε την έναρξη μιας μακράς νομικής πάλης για να σωθούν οι δύο αυτοί άνδρες. Μέχρι το 1927, η υπεράσπιση έκανε μια σειρά αιτήσεων και εφέσεων, παρουσιάζοντας αποδείξεις για ψευδορκία μαρτύρων κατηγορίας, παράνομων δραστηριοτήτων της αστυνομίας και των ομοσπονδιακών αρχών, ομολογία που αφορούσε το έγκλημα στο Μπρέην Τρι από τον καταδικασμένο για ληστεία τράπεζας Σελεστίνο Μαντέιρος, ο οποίος κατέδειξε ότι μέλη της περίφημης συμμορίας Μορέλλι ήταν οι δράστες του εγκλήματος. Όλες οι αποδείξεις απορρίφτηκαν από τον δικαστή Γουέμπστερ Θάγιερ, ο ίδιος δικαστής ο οποίος είχε προηγουμένως καταδικάσει με αξεπέραστη αυστηρότητα τον Βαντσέττι.


Από την αρχή, η τακτική του Μουρ να πολιτικοποιήσει τη δίκη σε μια συντηρητική κοινωνία όπως αυτή της Μασσαχουσέτης, ήταν αμφιλεγόμενη. Ο τρόπος που μεταχειρίζονταν τα Μ.Μ.Ε ήταν πρωτότυπος και αποτελεσματικός, όμως απαιτούσε τεράστια χρηματικά ποσά τα οποία ξόδευε απερίσκεπτα μπροστά στα μάτια των συντρόφων των Σάκκο και Βαντσέττι, οι οποίοι μάζευαν τα χρήματα με πολύ κόπο και πόνο από φτωχούς μεροκαματιάρηδες. Οι προσπάθειες του Μουρ αμφισβητήθηκαν και από τους ίδιους τους κατηγορούμενους όταν, ενάντια στα αναρχικά ιδεώδη, πρόσφερε αμοιβή σε όποιον έβρισκε και κατέδιδε τους πραγματικούς εγκληματίες. Έτσι, αντικαταστάθηκε το 1924 από έναν ευηπόληπτο δικηγόρο της Βοστώνης, τον Γουίλλιαμ Τόμσον, ο οποίος είχε τον έλεγχο της υπεράσπισής τους τα τρία τελευταία χρόνια της δίκης. Ο Τόμσον, ο οποίος ήθελε να υπερασπιστεί τη φήμη των δικαστηρίων της Μασσαχουσέτης καθώς και των κατηγορούμενων, δεν είχε καμία ιδιαίτερη συμπάθεια προς την ιδεολογία των κατηγορούμενων, όμως με τον καιρό άρχισε να τους βλέπει με θαυμασμό.

Η υπερασπιστική γραμμή του Τόμσον δεν έδινε έμφαση στο πολιτικό σκέλος, όμως αυτές οι πτυχές της υπόθεσης είναι που ξεσήκωσαν πολλούς σκεπτόμενους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, προβληματισμένοι και εξοργισμένοι από την αδικία της νομικής διαδικασίας και βγήκαν στους δρόμους διαδηλώνοντας κατά της ετυμηγορίας. Αυτή η μεγάλη διεθνής πίεση, που συνδυάστηκε με παρασκηνιακές παρεμβάσεις, έπεισε τελικά τον κυβερνήτη της Μασαχουσέτης Alvan Τ. Fuller να εξετάσει το θέμα μιας επιεικέστερης ποινής. Διόρισε μια συμβουλευτική επιτροπή, την «Επιτροπή του Lowell» η οποία αποκαλούνταν έτσι επειδή το πιό προεξέχον μέλος της ήταν ο Lawrence Lowell, Πρόεδρος του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. Η επιτροπή, με μια απόφαση που κατηγορήθηκε έντονα για το χαλαρό σκεπτικό της, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δικαστική διαδικασία και η ίδια η δίκη ήταν σε γενικές γραμμές σωστές και ότι δεν θα δινόταν χάρη. Η απόφαση αυτή τροφοδότησε νέες διαμάχες και το Χάρβαρντ, λόγω του ρόλου του Lowell, στιγματίστηκε με τον χαρακτηρισμό «ο οίκος του δημίου».

Στις 9 Απριλίου 1927, αφού όλες οι προσφυγές στα δικαστήρια της Μασσαχουσέτης είχαν αποτύχει να φέρουν θετικό αποτέλεσμα, οι Νικόλα Σάκκο και Μπαρτολομέο Βαντσέττι, καταδικάστηκαν με την θανατική ποινή. Από τότε, η αξιοπρέπεια των δύο αυτών ανθρώπων, τους μετέτρεψε σε πανίσχυρα σύμβολα κοινωνικής δικαιοσύνης για πολλούς ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.
Εκτελέστηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα στις 23 Αυγούστου του 1927, μια ημερομηνία που έμελλε να αποτελέσει ορόσημο στην Αμερικάνικη Ιστορία του 20ού αιώνα.


"Δεν θα ευχόμουν ποτέ σ’ ένα σκυλί, δεν θα ευχόμουν ποτέ σε ένα φίδι, δεν θα ευχόμουν ποτέ στο πιο χαμερπές και δυστυχισμένο πλάσμα της γης, να περάσει όσα υπέφερα εγώ, για πράγματα για τα οποία δεν είμαι ένοχος. Αλλά έχω πειστεί πως είμαι ένοχος για όλα όσα υποφέρω. Υποφέρω γιατί είμαι αναρχικός και, αλήθεια, είμαι αναρχικός. Υποφέρω γιατί είμαι Ιταλός και, αλήθεια, είμαι Ιταλός. Υποφέρω περισσότερο απ’ όλα για την οικογένειά μου και την αγαπημένη μου, παρά για τον εαυτό μου. Αλλά είμαι τόσο σίγουρος πως έχω το δίκιο με το μέρος μου, ώστε αν μπορούσατε να με εκτελέσετε δυο φορές, και αν μπορούσα να ξαναγεννηθώ ακόμα δύο, θα ζούσα την ίδια ζωή και θα έκανα ότι έχω ήδη κάνει"
Μ. Βαντσέττι

"Αν δεν είχε συμβεί αυτό, θα μπορούσα να είχα ζήσει τη ζωή μου ανάμεσα σε γελοίους ανθρώπους. Θα μπορούσα να είχα πεθάνει απαρατήρητος, άγνωστος, αποτυχημένος. Αυτό είναι η σταδιοδρομία μας και ο θρίαμβός μας. Ποτέ, σε όλη μας τη ζωή, δεν θα μπορούσαμε να ελπίσουμε να κάνουμε τόσα πολλά για την ανοχή στη διαφορετικότητα, τη δικαιοσύνη, την κατανόηση ανθρώπου από άνθρωπο, όπως κάνουμε τώρα, κατά λάθος. Τα λόγια μας – οι ζωές μας – οι πόνοι μας – είναι ένα τίποτα! Η αφαίρεση της ζωής μας, της ζωής ενός καλού παπουτσή κι ενός πωλητή ψαριών – είναι τα πάντα!"
Ν. Σάκκο

Η υπόθεση των Σάκκο και Βαντσέττι ενέπνευσε καλλιτέχνες από όλες τις εκφράσεις της τέχνης και έτσι στο όνομά τους έχουν γραφτεί τραγούδια (ένα από αυτά είναι το “Here's to you” με την Joan Baez) έχουν γραφτεί ποιήματα (όπως το “America” του Allen Ginsberg όπου υπάρχει μια στροφή για αυτούς), έχει γυριστεί ταινία και ντοκυμαντέρ.
Το 1971 ο Montaldo γυρίζει ένα φίλμ με τη ζωή τους με τον Τζιαν Μαρία Βολοντέ και τον Ρικάρντο Κουτσιόλα στους βασικούς ρόλους.

Here's to you, Nicola and Bart. Rest forever here in our hearts. The last and final moment is yours. That agony is your triumph.

.
.
Creative Commons License Το περιεχόμενο του ιστολογίου παρέχεται υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζει η άδεια Creative Commons: Αναφορά - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια διανομή
.
Αποποίηση ευθυνών


It's all greek to me!
.

KOYINTA art e-magazine
Image Hosting by Picoodle.com
.